υπάκουος

υπάκουος
η , ο[ν] послушный, покорный; дисциплинированный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "υπάκουος" в других словарях:

  • υπάκουος — υπάκουος, η, ο και υπάκουγος, η, ο αυτός που υπακούει, πειθαρχικός, πειθήνιος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπακουός — obedient to masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπακουός — ὁ, Α [ὑπακούω] ευπειθής, υπάκουος ή αυτός που άκουσε, που πληροφορήθηκε κάτι από άλλον …   Dictionary of Greek

  • υπάκουος — και υπάκουγος, η, ο, Ν [υπακούω] αυτός που υπακούει, ευπειθής («υπάκουο παιδί») …   Dictionary of Greek

  • πειθήνιος — α, ο / πειθήνιος και δωρ. τ. πειθάνιος, ον, ΝΜΑ (για υποζύγιο) αυτός που υπακούει, που πείθεται στα ηνία, στο χαλινάρι, αυτός που εύκολα χαλιναγωγείται («πρᾱον ἵππον καὶ πειθήνιον παρασχεῑν», Πλούτ.) νεοελλ. τυφλά υπάκουος, άκριτα πειθαρχικός… …   Dictionary of Greek

  • ήσυχος — η, ο (AM ἥσυχος, ον) 1. ήρεμος, γαλήνιος, αδιατάρακτος («ήσυχη θάλασσα») 2. αυτός που δεν ταράσσεται από κανέναν εξωτερικό θόρυβο, αυτός στον οποίο επικρατεί ησυχία, αθόρυβος («ήσυχη κάμαρα») 3. απαλλαγμένος από φροντίδες, αμέριμνος, απερίσπαστος …   Dictionary of Greek

  • αταλός — ἀταλός, ή, όν (Α) Ι. 1. (για νεαρής ηλικίας πρόσωπα ή ζώα) ανάλαφρος, λεπτός, ευαίσθητος 2. νεανικός, ζωηρός 3. τρυφερός, στοργικός 4. υπάκουος, ευπειθής II. επίρρ. ἀταλῶς («ἀταλώτατα παίζει») χορεύει πιο ανάλαφρα στην επιγραφή του Διπύλου).… …   Dictionary of Greek

  • δουλωτικός — ή, ό (AM δουλωτικός, ή, όν) νεοελλ. υπάκουος αρχ. μσν. εξυπηρετικός …   Dictionary of Greek

  • ενυπότακτος — ἐνυπότακτος, ον (Α) ευπειθής, υπάκουος …   Dictionary of Greek

  • επάκουος — η, ο δημδ. τ. αντί υπάκουος* …   Dictionary of Greek

  • επήκοος — ον (AM ἐπήκοος, ον Α και δωρ. τ. έπάκοος, ον) φρ. «εἰς ἐπήκοον» σε τέτοια απόσταση ή θέση που να ακούν όλοι («ἔστησαν εἰς ἐπήκοον», Ξεν.) αρχ. 1. αυτός που ακούει με προσοχή («τῶνδ ἐπήκοοι κακῶν», Αισχύλ.) 2. (για θεούς) αυτός που εισακούει τις… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»